top of page
  • thsofitsis

Κυριακή του Ασώτου (από τον Εσπερινό) / Sonntag des der verlorenen Sohns (am Sanstag Abend zur Vesper)

Ἦχος α'

Εἰς ἀναμάρτητον χώραν, καὶ ζωηράν, ἐπιστεύθην, γεωσπορήσας τὴν ἁμαρτίαν, τῇ δρεπάνῃ ἐθέρισα, τοὺς στάχυας τῆς ἀμελείας, καὶ δραγμάτων ἐστοίβασα, πράξεών μου τὰς θημωνίας, ἃς καὶ κατέστρωσα οὐχ ἅλωνι τῆς μετανοίας. Ἀλλ' αἰτῶ σε, τὸν προαιώνιον γεωργὸν ἡμῶν Θεόν, τῷ ἀνέμῳ τῆς σῆς φιλευσπλαγχνίας ἀπολίκμισον τὸ ἄχυρον τῶν ἔργων μου καὶ σιτάρχησον τῇ ψυχῇ μου τὴν ἄφεσιν, εἰς τὴν οὐράνιόν σου συγκλείων με ἀποθήκην καὶ σῶσόν με.


(Το νόημα:) Αναμάρτητος χώρα, με την οποίαν αρχίζει το πρώτο τροπάριο του Εσπερινού, είναι ο Παράδεισος, εις τον οποίο έβαλεν ο Θεός τον πρώτον άνθρωπον, όταν τον εδημιούργησε, και όπου δεν υπήρχε αμαρτία και κακία. Εκεί υπήρχε ζωή χαρούμενη και χάρις Θεού, διά να ασκηθή ο άνθρωπος, εις την αρετήν και γίνη άγιος, σαν τον Θεόν, τον Πατέρα του. Άλλ' ο πρώτος άνθρωπος έγινεν ο πρώτος άσωτος, και μέσα εις τον αναμάρτητον Παράδεισον αυτός ο παράνομος και παρήκοος του αγαθού Πατέρα Θεού έσπειρε την αμαρτίαν. Μέσα εις αναμάρ τητον χώραν ημάρτησεν ο Αδάμ. Τι βαρύ και φοβερόν πράγμα! Και συνέχεια έπειτα Η πρώτη αμαρτία έφερε την δευτέραν, την τρίτην... ατελείωτος, σειρά κακών και ανομιών, ή μία πιο μεγάλη από την άλλην. Εκεί, λέγει ο άσωτος άνθρωπος, με το δρεπάνι της αμελείας έθερισα τα στάχυα της αμελείας που είναι γεμάτα πόνον και πικρίαν. Εκεί φόρτωσα τον εαυτόν μου με τα βαρειά δεμάτια των κακών μου πράξεων, που μοιάζουν σαν ψηλές και ετοιμόρροπες θημωνιές. Θημ και δεν έβαλα τις θημωνιές αυτές εις το αλώνι της μετανοίας. Δηλαδή δεν μετενόησα δι' όσα κακά και ένοχα έπραξα, άλλ' έμεινα πολύν καιρόν αμετανόητος ο άθλιος. Τώρα όμως μετανοώ, επιστρέφω προς Εσένα, πολυεύσπλαγχνε Θεέ μου, και ζητώ από Σένα, που είσαι ο καλός γεωργός των ψυχών μας, όπως με τον άνεμον της ιδικής σου φιλευσπλαγχνίας φυσήξης δυνατά και λιχνίσης το άχυρον των ματαίων και πονηρών μου έργων και εις την ψυχήν μου μαζέψης τον σίτον τον καλόν, που δεν είναι άλλος παρά η άφεσις των πολλών μου αμαρτιών. Και μετά να με συγκλείσης, να με συμπεριλάβης δηλαδή εις την ουράνιον σου αποθήκην, που είναι η αιώνιος βασιλεία σου, ο Παράδεισος που έχασα με τας ασωτείας μου. Έτσι, να με σώσεις, Πάτερ Ουράνιε.


1. Ton

Sündloses lebendiges Land wurde mir anvertraut, doch da das Land mit Sünde ich hab besät, erntete mit der Sichel ich des Leichtsinns Ähren und füllte mit den Garben meiner Werke die Scheune. Ich hab sie auch ausgebreitet, doch nicht auf der Tenne der Reue. So fleh ich zu Dir, Gott, der meinen Acker schon vor der Zeit bestellte. Mit dem Wind Deiner erbarmenden Liebe verwehe die Spreu meiner Werke. Reich meiner Seele das Brot der Vergebung. Schließ ein mich in Deine himmlische Scheune und rette mich.

 

Ἐπιγνῶμεν ἀδελφοὶ τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν· τὸν γὰρ ἐκ τῆς ἁμαρτίας, πρὸς τὴν πατρικὴν ἑστίαν, ἀναδραμόντα, Ἄσωτον Υἱὸν ὁ πανάγαθος Πατήρ, προϋπαντήσας ἀσπάζεται, καὶ πάλιν τῆς οἰκείας δόξης, χαρίζεται τὰ γνωρίσματα, καὶ μυστικὴν τοῖς ἄνω ἐπιτελεῖ ευφροσύνην, θύων τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ἵνα ἡμεῖς ἀξίως πολιτευσώμεθα, τῷ τε θύσαντι φιλανθρώπῳ Πατρί, καὶ τῷ ἐνδόξῳ θύματι, τῷ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν.


(Το νόημα:) Ελάτε να κατανοήσουμε, αδελφοί, πόση σωτηριώδης δύναμη βρίσκεται στο μυστήριο της μετανοίας. Διότι τον άσωτο υιό, ο οποίος με το να μετανοήσει άφησε την ζωήν της αμαρτίας και επέστρεψε στην πατρική εστία, ο πανάγαθος Πατέρας, που αυτό ακριβώς περίμενε με λαχτάρα, την μετάνοια δηλαδή του άσωτου υιού, τρέχει λοιπόν και τον προϋπαντεί και τον ασπάζεται και του ξαναδίνει τα χαρίσματα και την τιμή που είχε πρωτύτερα. Ακόμη και το πιο σπουδαίο• θυσιάζει το μόσχο τον σιτευτό, για να μπορέσουμε όλοι εμείς οι αμαρτωλοί με τη χάρη της θυσίας εκείνης να ζήσουμε όπως αξίζει και στον φιλάνθρωπο Πατέρα και Θεό, που θυσίασε για εμάς τον Υιό του τον αγαπητό, και στο ένδοξο θύμα που είναι ο Σωτήρας των ψυχών μας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός.


Lasst uns, Brüder, die Macht dieses Mysteriums erkennen, denn der unermess-

lich gute Vater läuft dem aus der Sünde zum väterlichen Haus zurückkehren-

den verlorenen Sohn entgegen, umarmt ihn und gibt ihm wieder alle Zeichen

der Herrlichkeit und lässt dem Himmel ein mystisches Freudenmahl bereiten,

lässt schlachten ein gemästetes Kalb, damit wir würdig wandeln vor dem men-

schenliebenden Vater, der das Opfer brachte, und vor dem Herrlichen, der sich

opferte, dem Retter unserer Seelen.

 

Δόξα... Ἦχος β'

Ὢ πόσων ἀγαθῶν, ὁ ἄθλιος ἐμαυτὸν ἐστέρησα! ὢ ποίας βασιλείας ἐξέπεσα ὁ ταλαίπωρος ἐγώ! τὸν πλοῦτον ἠνάλωσα, ὅν περ ἔλαβον, τὴν ἐντολὴν παρέβην. Οἴμοι τάλαινα ψυχὴ! τῷ πυρὶ τῷ αἰωνίῳ λοιπὸν καταδικάζεσαι· διὸ πρὸ τέλους βόησον Χριστῷ τῷ Θεῷ. Ὡς τὸν Ἄσωτον δέξαι με υἱόν, ὁ Θεός, καὶ ἐλέησόν με.


(Το νόημα:) Ω, από πόσα αγαθά εστέρησα τον εαυτό μου εγώ ο άθλιος αμαρτωλός, με το να αφήσω τον Πατέρα μου και να πάρω τον δρόμο της ασωτίας! Ω, τί φοβερό κακό έπαθα! Εξέπεσα από θείαν και ουράνιο βασιλείαν, ο ταλαίπωρος εγώ. Κατεσπάταλησα τον πλούτον, τον οποίον επήρα από τα χέρια του καλού μου πατέρα, παρέβηκα την εντολή του. Αλλοίμονόν σου, ταλαίπωρε ψυχή μου. Για το μέγα κακό που έκαμες καταδικά ζήσε τώρα εις το αιώνιον πυρ της φοβεράς κολάσεως. Γι' αυτό, τώρα, αμέσως, πριν έλθει το τέλος της ζωής και ο θάνατος σε αρπάξει, φώναξε δυνατά εις τον Χριστόν, που είναι ο αληθινός Θεός. Όπως εδέχθης τον άσωτον υιόν, έτσι δέξαι με, Θεέ μου, και εμένα τον αμαρτωλό, που μετανοημένος επιστρέφω σε Σένα και ελέησέ με.


Ehre … 2. Ton

Welch großer Seligkeit hab ich Armer mich beraubt!Welches Reich hab ich Elender verloren! Aufgezehrt hab ich den Reichtum, den ich empfing. Aufbegehrt hab ich wider Dein Gebot. Weh mir, du arme Seele. Verurteilt wirst du nunmehr zur ewigen Glut. Darum rufe zu Christus vor dem Ende: Gott, nimm mich auf wie den verlorenen Sohn, und erbarme dich meiner.


16 Ansichten0 Kommentare

Comments


Beitrag: Blog2_Post
bottom of page